συναπαρτίζουσι

συναπαρτίζουσι
συναπαρτίζω
bring to an end together with
pres part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic)
συναπαρτίζω
bring to an end together with
pres ind act 3rd pl (attic epic doric ionic)
συναπαρτίζω
bring to an end together with
pres part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic)
συναπαρτίζω
bring to an end together with
pres ind act 3rd pl (attic epic doric ionic aeolic)

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Поможем сделать НИР

Look at other dictionaries:

  • συναπαρτίζω — ΝΜΑ απαρτίζω, συνθέτω κάτι από πολλά μέρη ή στοιχεία αρχ. 1. καθιστώ κάτι άρτιο μαζί με κάποιον 2. έχω το ίδιο μέγεθος με άλλον («αἱ Κάνναι... ἀντίκεινται τῇ νήσῳ καὶ συναπαρτίζουσι», Στράβ.) 3. (αμτβ.) α) είμαι ανάλογος, σύμμετρος προς κάποιον ή …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”